Τα χαΐρια μας εδώ.
Πολιτισμικό και κατ'ανάγκη πολιτικό παρατηρητήριο
Λίγα λόγια για εμένα
Ο Μαικήνας κατά κόσμο Γιώργος Λιγνός προερχόμενος απο τη γεννιά των μπουάτ και των πρώτων μαζικών φοιτητικών συνελεύσεων μετά τη δικτατορία, και ηθικός συναυτουργός σε πολλές απο τις ευγενείς πλάνες που κακοφόρμισαν με ευθύνη άλλων και μας έφεραν εδώ που φτάσαμε, πιστεύει σε όλα αυτά που μπορείτε να διαβασετε σε τουτο το βλογότοπο. Απεχθάνεται το ανεξέλεγκτο συναίσθημα αν και χολερικός απο φύση και φυσικά την καπηλεία του ανθρώπινου πόνου που οδηγεί τους πάσχοντες στην αγκαλιά των πάσης φύσης ψευδοπροφητών
Σύνδεσμοι


994 αναγνώστες
3 σχόλια
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014
23:25

 “Τρία πιτσιρίκια χάζευαν τις προτομές το πρωί στο Πεδίο του Άρεως, έλεγαν τα ονόματα, μετρούσαν πόσα χρόνια είχε ζήσει ο καθένας από τους ήρωες, παίζοντας ταυτόχρονα πάνω -κάτω τη μπάλα.

Μπροστά στον Καραϊσκάκη αναφώνησαν θριαμβευτικά:

-Αααα, ρε συ ο Καραϊσκάκης!

-Αυτός που έχτισε το γήπεδο είναι, ε; ρώτησε ο ένας τον άλλον.

-Ναι, είπε ο άλλος με ύφος όλο σεβασμό.”

 

Τι μου θυμίζει, αναρωτήθηκα  σαν διάβασα την παραπάνω ανάρτηση της Αννας Δαμιανίδη στο facebook  κάτω απο τη φωτογραφία της μουτζουρωμένης προτομής του Γεώργιου Καραϊσκάκη  στην οδό των ηρώων στο πεδίον του Αρεως.

Ειπα κι εγώ να μιλήσω, οχι όμως για την πρόσληψη της Ιστορίας. Πολύ περισσότερο της Ιστορίας, όπως την έχει φανταστεί ο Νικολαος Γύζης στον περίφημο πίνακά του.  Ούτε της Ιστορίας όπου στο κέντρο της αφήγησής της ήταν οι Μεγάλες μορφές, σαν ένα γιγάντιο gros plan, μα ούτε κι εκείνης των Μαζών, όπως στον φοβερό πίνακα της Αλωσης  της Σεβαστούπολης, του Franz Alekseyevich Roubaud, ζωγραφισμένου πάνω σε καμβά μήκους 115 και ύψους 14 μέτρων και βρίσκεται σήμερα στο μουσείο της πόλης.

Θα μιλήσω για τη δική μου αίσθηση της ιστορικής μνήμης που ξεκίνησε κάπου γυρω στο 1960, εκεί όπου κι οι πιτσιρικάδες της αρχικής ιστοριας βρέθηκαν σήμερα, δηλαδη  στο πεδίον του Άρεως. Μια αίσθηση ιστορικής μνήμης και ιστορίας  που χτιζόταν με υλικά που ήσαν πρόσφορα.

Απο τη μια  το εμβληματικό άγαλμα του Βασιλέως Κωνσταντίνου, στην γωνία της οδού Μαυροματαίων και Λεωφόρου Αλεξάνδρας. 

Απο την άλλη  στο βάθος του πάρκου ήταν η η οδός των αγωνιστών με τις 21 προτομές. Τους ήξερα έναν προς έναν και τέλος πάντων έπιανα ένα καλό 16 στα 21.

Λίγο πιο πάνω αριστερά βρίσκεται ο Ιερός Ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών με το μνημείο του αναπαυόμενου Αλέξανδρου Υψηλάντη σαν άλλη κοιμωμένη, όπου απο το 1964 βρίσκονται τοποθετημένα  και τα οστά του.

Αγαπημένη γωνιά, κατάλληλη και για ποδήλατο επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας στην πανω πλευρά του πάρκου  βρισκόταν το μνημείο των πεσόντων Συμμάχων  με το αγαλμα της Αθηνάς να δεσπόζει αλλά λογω της αποκόλλησης του δεξιου χεριου, την λέγαμε κουλοχέρα. Βλέπετε δεν υπήρχαν τότε οι σημερινές γλωσσικές ευαισθησίες, αν κι εγώ ποτε δεν την έννοιωσα σαν υποτιμητική την έκφραση.

Στο ίδιο μέρος είχαν ριφθεί οι λίθοι του αναθέματος του Ελευθερίου Βενιζέλου.  «Κατά Ελευθερίου Βενιζέλου φυλακίσαντος αρχιερείς και επιβουλευθέντος την βασιλείαν και την πατρίδα, ανάθεμα έστω»

 

Ευτυχώς όμως είχα την τύχη να εχω μια γκουβερνάντα σοφή, που για όλα μου μιλούσε, όχι με την επιθετική μανία  μερικών οπαδών της αλήθειας, παρά με μάθαινε την ιστορία σαν παραμύθι, έτσι όπως την βρίσκαμε μπροστά μας στις βόλτες μας στο Πάρκο χωρίς ακραίες κρίσεις και μίσος.

Σαν εισαγωγή στο στοχασμό.  

Ετσι, και για τους βασιλιάδες άκουσα, και για τους ήρωες, και για το ανάθεμα. Κι όλα μαζί ύφαιναν το δικό τους καμβά πάνω στο οποίο βρίσκανε τη θέση τους κι οι βασιλιάδες κι οι θνητοί, ανδρες κι ευτυχώς και γυναίκες που σαν τη Μαντώ Μαυρογένους αφησαν το χνάρι τους στην ιστορία. Η Μαυρογένους και η Μπουμπουλίνα, χαρις της αφηγήσεις της νταντάς μου, μου έδειξαν πως ο κόσμος δεν είναι μόνο αρσενικός.

Και πώς όλοι κι όλες δεν διέφυγαν της ανθρώπινης μοίρας, που χαρίζει σε άλλους απλόχερα  και σε άλλους τσιγκούνικα τη δόξα μα και τη δυστυχία. Ιδίως η δεύτερη είναι περίπου εξασφαλισμένη αν βρεθείς σε περιόδους εθνικής ανάτασης αλλά και του καθ΄ημάς αδελφικού φθόνου.

Κάπως έτσι περνούσαν τα χρόνια, οι μήνες, οι ώρες και οι στιγμές, χαζεύοντας ξανά και ξανά τα αγάλματα και τα μνημεία, ξανακουγοντας τις ιστορίες , με συχνές ερωταποκρίσεις και καινουργιες απορίες  έως ότου πέρασα μέσα απο το Πάρκο πρώτη φορά μονάχος μου για να πάω στην Κυψέλη, να δω  σινεμά στον κινηματογράφο Λουζιτάνια.

Και σαν συμπλήρωμα όλων αυτών, ένα δυό χρόνια πιο πριν είχε έρθει στα χέρια μου ένα βιβλίο των Εκδόσεων Ατλαντίς για τον Κωνσταντίνο Κανάρη, σαν βραβείο εξαιρέτου διαγωγής.

Είχα όμως διαφύγει τον κινδυνο της μονομέριας των μεγάλων μορφών. Παιδευτήκα λίγο με τις μάζες  αλλά τις τακτοποίησα κι αυτές.

Θυμάμαι όμως έντονα την καταβύθιση  μέσω της αφήγησης στο παρελθόν στην αρχή σαν παραμύθι κι ύστερα σαν πραγματικότητα. Αυτό ήθελα να σας πώ.

Ίσως γερνάω αφού καθομαι Σάββατο βράδυ και σας μιλάω για τα παλιά.

Να είστε καλά.    

 

Το σχόλιό σας
670 αναγνώστες
2 σχόλια
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014
10:49

Θά ΄ταν 1995 όταν γνώρισα τον Γιώργο Κοτρωνάκη, θετό γυιό της Αγγέλας Παπάζογλου. Κυκλοφορούσε με ένα δικής του έκδοσης αντίτυπο του βιβλιου που εκείνος είχε γράψει, καθ' υπαγόρευση της Αγγέλας, της γυναίκας του γνωστού ρεμπέτη Παπάζογλου. Με μια σπάνια γενναιοδωρία και καλόσυνη μας χάρισε το αντίτυπο που είχε στα χέρια του, γραφοντας και μια ζεστή αφιέρωση.

Αυτή η φράση , τα χαΐρια μας εδώ , καρφώθηκε στο μυαλό μου. Διαβάζοντας το εξαιρετικής αφηγηματικής τεχνικής βιβλίο, προσπαθούσα να καταλάβω το νόημα του τίτλου. Αυτή η τούρκικη λέξη κουβαλούσε μαζί της μια στοχαστική ματιά, μια απαντοχή  για τα βάσανα που εφτανε ίσως και τα όρια μια ιδιότυπης συγχώρεσης. 

Κάποια στιγμή άκουσα μια ηλικιωμένη γυναικα να μου λέει "Α κυρ Γιώργο, τι τα θες, δεν έχει χαΐρι αυτός ο τόπος."

Κι αν εγώ είπα να ξαναπιάσω τούτο εδώ το blog , είναι επειδή τούτες τις μέρες που έχουμε μπεί σε φυγόκεντρη τροχιά, ολοένα και πιο πολύ αναζητώ τη μελαγχολική και στοχαστική ματιά  των παλιών, που με τα χρόνια πάνω στη πλάτη τους,  είχαν μάθει να μην πιστεύουν, ούτε σε αγορές, ούτε σε ευαγγελισμούς και εξαγγελίες κάποιου καλύτερου κόσμου, ούτε σε φίλους ούτε σε εχθρούς. Κι αν δεν έχει χαΐρι τούτος ο τόπος, εμείς τον αγαπάμε  και ολοένα προσπαθούμε να δούμε προκοπή. 

Ένας διαρκής χορός είναι η ζωή, μόνο που τα βήματα βγαίνουν κατά πως πάει η μουσική, κι αν έχεις ταλέντο χορεύεις πιο ρυθμικά και πιο όμορφα, αλλιώς  σέρνεσαι και παρακαλάς να τελειώσει τούτο το μαρτύριο.

Κάπου εδώ μπαίνει και η καρδιά.

Στο τέλος αυτό  που μένει  είναι ο καλός ο λόγος και το νοιάξιμο για τον πλαϊνό σου, για τον φίλο,  γι αυτόν βρε αδερφέ που τον εφερε η ζωή μπροστά  στην πόρτα σου, με τα προβλήματά το και  τις ελπίδες του. Και τούτο που ζητάει απο εμάς είναι να τον ακούσουμε με ειλικρινές ενδιάφερον κι έπειτα αν εχουμε κάτι να του πούμε έχει καλώς, αλλιώς χωρίς πολλά λόγια να τον φιλέψουμε κάτι και να του δείξουμε πως τον υπολογίζουμε. 

Γιαυτά τα χαΐρια είπα να ξαναπιάσω το γράψιμο. 

Χωρίς θυμό, χωρίς υπερβολές,  με έχει κουράσει η  διαρκής δραματοποίηση, άλλωστε η ζωή δεν τελειώνει ποτές, κι αυτό είναι όμορφο. Ετσι δεν είναι; 

Κι αν έχω την τύχη να με διαβάσουν κάποιοι και να νοιώσουν καλύτερα, τότε θα νοιώσω πως ξορκίσαμε το κακό για λίγο.  Κι αντε πάλι απ την αρχή.

Καλά Χριστούγεννα νάχουμε 

 

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
27734 αναγνώστες
Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013
10:05

Πριν πολύ καιρό είχα γράψει ένα κείμενο με τίτλο "Η άκοπη δημοκρατία και η άχρηστη εργασία."  Το παραθέτω επικαιροποιημένο.

 Άχρηστη εργασία  

Ακούγεται περίεργα.  Θυμίζει λίγο  τις σκηνές με τους φυλακισμένους μιας άλλης εποχής που σπάγανε πέτρες για να μην μένουν άπραγοι.  Εκεί τα καταναγκαστικά έργα ήταν μέρος της τιμωρίας. Το παραγόμενο αποτέλεσμα μηδενικό.

Ο κατάδικος  στο τέλος της ημέρας κατάκοπος γύριζε πίσω στο κελί του. Προφανώς είχε δουλέψει και σκληρά μάλιστα.

Αν λόγου χάριν απαιτείται μια αχρηστη σφραγίδα σε κάποια φάση της διαδικασίας ο μεν υπάλληλος που βάζει απανωτά σφραγίδες κουράζεται και αισθάνεται ότι κάτι κάνει,  η δε διαδικασία επιβραδύνεται και  με αποτέλεσμα να προκαλούνται άλλα προβλήματα

 Αυτά όσον αφορά τους μύθους περί τεμπελιάς. Πράγματι οι Έλληνες δεν δουλεύουν λιγώτερο. 

 

 

Η διόγκωση του Δημοσίου όμως στηρίχτηκε στην φόρμουλα της άχρηστης εργασίας. Που σημαίνει ότι, πέρα απο τη βολική φιλολογία περι κοπριτών και άλλα τέτοια, υπάρχει μια μεγάλη ομάδα που δουλεύει, δηλαδή κουράζεται αλλά δεν παράγει επειδή απλούστατα ο σχεδιασμός της εργασιας ήταν η τελευταία προτεραιότητα των σχεδιαστών του συστήματος. Δηλαδή των πολιτικών και των κομμάτων.

Αυτό που προείχε ήταν η ικανοποίηση του πάγιου αιτήματος των ψηφοφόρων για εργασία. 

Το δικαίωμα στην εργασία επεβλήθη του λογικού προαπαιτούμενου, η εργασια αυτή να είναι αναγκαία, παραγωγική και ανταποδοτική.

Με το “βάθεμα” της δημοκρατίας εισήχθησαν και άλλα αρνητικά κριτήρια αναφορικά με τα χαρακτηριστικά της εργασίας.

1ον) Η ποιοτική αξιολόγηση θεωρήθηκε ύποπτη,

2ον) Η εργασία έπρεπε να  είναι τυποποιημένη όσον αφορά το χρόνο και την ένταση. Λες και δεν υπάρχουν περίοδοι που είναι αναγκαία η εντατικοποίση του ρυθμού προκειμένου να καλυφθούν οι απαιτήσεις που υπήρχαν. 

Εμείς όμως φερόμαστε σαν να μην υπήρχαν.

3ον) Ο χρόνος του Δημοσίου ήταν άλλος απο τον χρόνο της πραγματικής ζωής.

 Η αξιολόγηση των εργαζομένων, που προτάθηκε σαν η αναγκαία και σωτήρια τομή δεν αρκεί.

 

 Δεν απαντά στο πρόβλημα της βέλτιστης διαδικασίας παραγωγής. Ζητάει  ευθύνες στα χαρτιά  από τον υπάλληλο απαλλάσσοντας όμως κάποιους άλλους (ποιούς άραγε;) από την ευθύνη της αξιολόγησης του συνολικά παραγόμενου αποτελέσματος.

Δεν  απαντάει στο υπέρτερο πρόβλημα του παράλογου σχεδιασμού. Και φυσικά όσο μεγαλύτερη είναι μια δομή χωρίς λόγο (ή μάλλον για τους γνωστούς λόγους)  τόσο περισσότερη άχρηστη εργασία έχουμε  

Η χώρα μας πληρώνει και θα πληρώσει ακόμα πιο πολύ το παράδοξο του υπαλλήλου που προσφέρει άχρηστη εργασία. Πώς όμως φτάσαμε στην άχρηστη εργασία; Ήταν απότοκο της άκοπης Δημοκρατίας.

Η άκοπη Δημοκρατία

Μιας Δημοκρατίας που στο όνομα της λαϊκής επιταγής σύρθηκε στην άνευ προϋποθέσεων παραχώρηση προνομίων, επιδομάτων βυθίζοντας την οικονομία στο καθοδικό σπιράλ του αυξανόμενου δανεισμού χάριν της συνέχισης των πολιτικών αυτών πρακτικών .

Η κοινωνική συνοχή αποτέλεσε για πολλούς πολιτικούς το άλλοθι για να διορίζουν αφειδώς. Η συμπόνοια για την αγωνία του άνεργου έπαιρνε μορφή διόγκωσης των υπηρεσιών και εθισμού σε ύποτες πρακτικές.

Στην Ελλάδα δεν δίνουμε έμφαση στις διαδικασίες αλλά στις δομές. 

 

 

Οταν έχουμε ένα πρόβλημα δεν κοιτάμε να το λύσουμε με αναδιάταξη του υπάρχοντος δυναμικού,  αντίθετα φιάχνουμε μια καινούργια υπηρεσία.

Ετσι κατέληξε ο δημοσιος τομέας να μοιάζει με τα παλιά αγροτόσπιτα που ήσαν άθροισμα παρατεταγμένων χωριστών δωματίων που είχαν φιαχτεί ανάλογα με τις ανάγκες και τα διαθέσιμα μέσα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Η έννοια της εσωτερικής συνοχής του κτίσματος δεν υπήρχε.  Μόνο στο μυαλό των ανθρώπων που το κατοικούσαν,  το εβλεπαν σαν ολότητα και το αγαπούσαν αφού ήταν το σπίτι τους. 

Ετσι η εργασία απο μια ηθική επιταγή και αγαθό μιας συντεταγμένης κοινωνίας έγινε μονομερής απαίτηση αλλά και δέλεαρ με σκοπό την οικοδόμηση μιας αμοιβαία επωφελούς σχέσης.  

Όπου υπάρχουν πάτρωνες υπάρχουν και πελάτες και το αντίστροφο.

 Έτσι αντάμα προχώρησαν η άχρηστη εργασία και η άκοπη δημοκρατία.  Κι αν κάτι τρομάζει τώρα και μιλάμε για τον κίνδυνο της Χρυσής Αυγής, είναι η κατάρρευση αυτού του ιδιότυπου κοινωνικού συβολαίου μεταξύ πολιτικών και ψηφοφόρων εξαιτίας των χρεών των ελλειμμάτων και της μειωμένης ανταγωνιστικότητας.

 

 

 

Μην ξεχνάμε ότι η Δημοκρατία σαν πολίτευμα του μέτρου είναι άριστο. Ο πληθωρισμός της όμως είτε σε επίπεδο δικαιωμάτων  είτε σε επίπεδο οικονομίας φέρνει άλλα δεινά. Είθε να μην τα δούμε.  

 

 

Εν τω μεταξύ πρέπει να συμμαζέψουμε το μαγαζί  κι αυτό πονάει. 


Γιώργος Λιγνός


 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
9273 αναγνώστες
Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012
09:14

Εδώ και καιρό δεν έχω διάθεση να γράψω. Τα αυτιά ολοένα και περισσοτέρων φίλων μου είναι βουλωμένα. Δεν ξέρω αν  εμποδίζουν την ακοή τους οι  κραυγές θυμού και πόνου γύρω μας ή κατά κάποιο τρόπο οι ίδιοι αρνούνται να ακούσουν. 

Ειναι  δύσκολο να ξεχωρίσουμε το  αίτιο και το αιτιατό  σε  στιγμές μεγάλης έντασης και δυσκολίας.

Τα κλειστά αυτιά  συχνά κρύβουν πίσω τους μία βεβαιότητα απόψεων.  Κρύβουν ακόμα μια άρνηση να αναγνωρίσουμε λογική βάση, έστω και ισχνή στα επιχειρήματα  της άλλης πλευράς.  

Εδώ και καιρό κατρακυλάμε προς στην επικράτεια του  "ο θάνατός σου η ζωή μου". Σύμφωνα με με μία θεωρία conflict management, απο τις λίγες που δεν θεωρούν ότι όλα λύνονται, αφού δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πάντα υπάρχει η πιθανότητα του "θανάτου" δηλαδή της μη επίλυσης,  βρισκόμαστε δύο τρία στάδια πριν το τελευταίο που ειναι το  together in to the abyss

Οι ακραίες φωνές ένθεν κακείθεν μέσω ενός βολικού ετεροσπροσδιορισμού και μιας εύκολης ενοχοποίησης της άλλης πλευράς,  νομιμοποιούν απόλυτα τη δική τους συλλογιστική και πρακτική.

Στην πορεία αυτή πρός την τελική σύγκρουση οι αντιπαρατιθέμενες απόψεις συσπειρώνουν ολοένα και περισσότερο κόσμο. Απλούς καθημερινούς ανθρώπους που πολλές φορές για τυχαίους  λόγους βρίσκονται αντιμέτωποι με τον δογματικό παραλογισμό της άλλης πλευράς.

Έτσι χτίζονται σιγά σιγά οι στρατοί.  

Η πατρίδα μας έχει μπεί σε ένα τούνελ. Κι όπως στα ταξίδια με πλοίο κάποια στιγμή χάνεται το λιμάνι απ τα μάτια σου έτσι και στο τούνελ χάνεται το φώς. 

Ακούς μόνο την ηχώ της φωνής σου. Στη περίπτωσή μας οι φωνές είναι πολλές. Και επειδή είναι πολλές, δεν ξέρεις απο που έρχονται, χάνοντας έτσι και την ικανότητα προσανατολισμού.

Σε τέτοιες συνθήκες μόνο κάποιος που έχει κάποιο φως, ένα φακό λογου χάριν,  μπορεί να επιβιώσει και να βοηθήσει τους άλλους. Αρκεί οι άλλοι να μην τον σκοτώσουν για να πάρουν το φώς και  να μην αλληλοσκοτωθούν στη συνέχεια.

Υπάρχει ακόμα ένα άλλο ενδεχόμενο που πολλοί απο σας αρνείστε να το δεχτείτε. Το ενδεχόμενο να εμφανιστεί κάποιος με ένα φακό στο χέρι αλλά στο άλλο να κρατάει ένα πιστόλι. Ή ακόμα χειρότερα να έχει μαζί του κι άλλους με πιστόλια.

Υπάρχει ακόμα λίγο φώς που μας ακολουθεί  απο την απομακρυσμένη εισοδο του τούνελ. Είναι η μνήμη αυτού που ζήσαμε, των όμορφων ημερών που χάθηκαν.

Δεν έχουμε μπεί για τα καλά στο τούνελ.

Επιμένουμε να ακούμε τους αποτυχημένους προφήτες, του χρυσού και των κοιτασμάτων του ουρανίου, του μετέωρου σοσιαλισμού, του ανεξάρτητου κι υπερήφανου ελληνικού Έθνους, των ανεξέλεγκτων ελεύθερων αγορών  που θα τα ρυθμίσουν όλα μαγικά εξαφανίζοντας μαζί τα πτώματα και την παγκόσμια οικονομική φούσκα. Και δυστυχώς ανεχόμαστε τους ταχυδακτυλουργούς της ατολμίας, της μετριότητας, του "κι εγώ ελπίζω να τη βολέψω"***

Ομως το τούνελ μπροστά μας είναι βαθύ και μακρύ.

Θα επιβιώσουν όσοι μπορούν να δώσουν το χέρι τους στον πλαϊνο τους, όσοι μπορούν να εμπιστευτούνε, όσοι μπορούν να συνεισφέρουν σε φρόνημα κι όχι σε κλάψα. Όσοι δεν θα πίνουν παραπάνω νερό στερώντας το απ τους άλλους, όσοι θα μάθουν να δίνουν και να παίρνουν, όχι να πετάνε και να αρπάζουν. 

Ελα μωρέ, θα πειτε, είσαι ευφάνταστος και ηθικολόγος. 

Δε πειράζει.

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΗΝ ΕΞΟΔΟ 

Γιώργος Λιγνός

(εχω πάψει από καιρό να είμαι Μαικήνας) 


Σας αποχαιρετώ με τούτο το κείμενο. Το blog θα παραμείνει στον αέρα αν και η προθεσή μου είναι να το κλεισω, αλλά δεν ξέρω πώς. Που ξέρεις ισως το κείμενο αυτό φανεί χρήσιμο.

Ευχαριστώ για την συντροφιά, τους διαλόγους, τις σκέψεις και την συμπάθεια.

***  (γνωστό βιβλίο με εκθέσεις μαθητών Δημοτικού απο σχολείο της Νάπολης)

 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
978 αναγνώστες
4 σχόλια
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012
19:03

 

 

Η Ελλάδα βουλιάζει σε έναν ακήρυχτο πόλεμο με την κοινή λογική και την έννοια του πάλαι ποτέ ισχυρού μας χαρτιού, του μέτρου, όχι της μεζούρας ή του νιοστού οικονομικού μέτρου, που θα πάρουν οι εξουσιοδοτημένοι  και απο εμάς σωτήρες μας, αλλά του άλλου του παλαιού, του  άριστου μέτρου, δηλαδή του αυτοελέγχου, της συστολής και της σύνεσης όπως πρέτρεπε ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος, ένας απο τους 7 σοφούς.

Η έλλειψη μέτρου στον λόγο, η αλλιώς αμετροέπεια,  έχει δυστυχώς φωλιάσει για τα καλά στα θολωμένα μας μυαλά. Χρησιμοποιώ δε το κτητικό «μας» γιατί δεν θέλω να αυτοεξαιρεθούμε, όλοι εμείς που με ζυγισμένες φράσεις και στρωτό λόγο διατυπώνουμε τα επιχειρήματά  και τις σκέψεις μας.

Το   facebook, τα blogs, το twitter και τα δεκάδες κοινωνικά δίκτυα  μας έχουν φέρει καταμεσής της Αρχαίας Αγοράς ή για τους πιο κοσμογυρισμένους  στην περίφημη πριν απο χρόνια Hyde Park speakers corner , όπου ένας μπόμπης φύλαγε το δικαίωμά σου να πείς ακόμα και παλαβομάρες. Θα μου πείτε πιο πολύ σύμβολο και λιγώτερο ουσία ή κεκτημένο, αφού οι ενοχλητικές φωνές έτσι κι αλλιώς θα αισθανθούν το χνώτο της όποιας εξουσίας. Προσωπικά πάντως δεν είμαι σίγουρος, ότι ήταν άνευ ουσίας η συμβολική τούτη διαδικα μας ﷽﷽﷽﷽﷽εθείνι πλέον κεκτημλευμβολικσία.

Το αγορεύειν είναι πλέον κεκτημένο. Δεν υπάρχει καν ο κήρυκας για να απευθύνει το ερώτημα «τις βούλεται αγορεύειν»  που είχε κατά την γνώμη μου και χαρακτήρα υπενθύμισης  του δικαιώματος αλλά και προτροπής.  Που σημαίνει ακόμα, ότι οι πολίτες το ζύγιζαν πριν μιλήσουν. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το μέτρο ήταν εκεί.

Σήμερα μπορείς ελεύθερα είτε να μιλήσεις είτε να γράψεις.

Ο δημόσιος λόγος είναι σχεδόν επιβεβλημένος. Ακόμα κι αν τα λεγόμενά σου είναι κοινοτυπίες. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως τα ίδια τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης  σχεδόν εκβιαστικά σου βγάζουν τα λόγια και τις σκέψεις απο το στόμα και το μυαλό σέρνοντάς σε σε ένα χορό κενολογίας, αφού πρέπει κάτι να δηλώσεις αν ειδικά είσαι «σελέμπριτης», χωρίς βέβαια να υστερεί η  γειτόνισσα του θύματος ή ο μέσος περαστικός πολίτης, που με τις δηλώσεις του προσδίδει δημοκρατική νομιμοποίηση και αντικειμενικότητα στο ρεπορτάζ.

Το στοχαστικό ύφος, η αναφορά στις κλασσικές αξίες και η προσπάθεια ανάδειξης μιας σκεπσημο﷽﷽﷽﷽﷽﷽μόσιος λόγος. Και δαθός τα ικτόμενης περσόνας  είναι εμφανής αν αφιερώσετε ελάχιστο χρόνο διαβάζονταςσημο﷽﷽﷽﷽﷽﷽μόσιος λόγος. Και δαθός τα ικάζοντας , σε ιστοσελίδες που δεν συνηθίζετε, τις δηλώσεις διαφόρων επωνύμων .

 

«Δεν τιμωρώ τις κόρες μου»


«Η επαγγελματική καταξίωση είναι ένα τίποτα μπροστά στο να νιώσω σωστή μάνα»


“ Ο,τιδήποτε κάνω, σκέφτομαι πρώτα τα παιδιά μου και τον άντρα μου”


«Ως οικογένεια ποτέ δεν κάναμε σπατάλες»


Γιατί δεν θέλω να φωτογραφίζουν τα παιδιά μου;


«Δημιούργησα πρόβλημα στη γυναίκα και τα παιδιά μου»


«Φοβόμουν πάρα πολύ για τα παιδιά. Για τον εαυτό μου τι να φοβάμαι»


 

Όλα αυτά φευ είναι δημόσιος λόγος. Και διόλου λιγώτερο ισχυρός απο τον άλλο τον επίσημο. Αυτόν που δεν έχει πρόβλημα να επικαλεσθεί την Παναγιά, τις αρετές του εθνους και το πεπρωμένο μας, αλλά και την αλληλεγγύη του σ. Τσάβες ή την θαραλλέα στάση του Κορρέα που "ξωπέταξε τους διεθνείς τοκογλύφους" ή για να πάμε στα πιο άμεσα  αυτόν που δηλώνει πως τούτη τη φορά το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκκαλο και πως θα χτυπήσουμε αμείλικτα την φοροδιαφυγή.

 

Το πρόβλημα είναι ότι κινούμαστε σαν το εκκρεμές ανάμεσα στις εκδοχές του εύκολα εκφερόμενου δημόσιου λόγου.

Είτε της τέρψης, είτε της βαθιάς σκέψης. Δυστυχώς και οι δύο είναι υποτιθέμενες.  Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν.

 

Αν δεν σιωπήσουμε, αν δεν κλείσουμε στόμα, γραφίδα και αυτιά, αν δεν μάθουμε να αναζητούμε μικρές ή μεγάλες περιόδους νοήμονος σιωπής, όταν με το καλό αποκαλυφθεί το νέο τοπίο, εμείς θα συμπεριφερόμaστε όπως παλιά. Με τα ίδια μυαλά  που μας έφεραν εδώ.

 

Υγ  Με κείμενό μου αυτό αποχαιρετώ το  facebook για όσο περισσότερο αντέξω. Κάτι σαν μακροβούτι δηλαδή.


 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
«Πρώτη<123456789>Τελευταία»

Σχετικά με το blog
Είμαστε πτωχευμένοι. Αλλοι λένε "μας πτώχευσαν" κι άλλοι "πτωχεύσαμε"
Εκτός απο τα λεφτά τελείωσαν τα ψέματα, τα άλλοθι, τα ελαφρυντικά και οι συμψηφισμοί
Τα θύματα πολλά. Πάνω απ όλα οι άνθρωποι. Ακολουθούν οι θεσμοί και οι δομές.
Είναι όμως μόνο θέμα χρημάτων;
Είναι όμως θέμα δομών;
Ή είναι θέμα τρόπου σκέψης ;
Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις